απόστρατος

απόστρατος
ο отставной военный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "απόστρατος" в других словарях:

  • απόστρατος — ο 1. (για στρατιωτικούς) αυτός που βρίσκεται σε αποστρατεία, που έχει αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία του στον στρατό 2. αυτός που δεν εξασκεί πια το επάγγελμά του. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + στρατός. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς… …   Dictionary of Greek

  • απόστρατος — ο ο αξιωματικός που βρίσκεται σε αποστρατεία (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απόμαχος — ο (Α ἀπόμαχος, ον) νεοελλ. 1. απόστρατος 2. αυτός που έχει αποσυρθεί από την εργασία ή την υπηρεσία του αρχ. εκείνος που δεν μπορεί πλέον να μάχεται …   Dictionary of Greek

  • διαστρατεύομαι — (Α) 1. τελειώνω τη στρατιωτική μου υπηρεσία 2. (η μτχ. αορ. ως ουσ.) ο διαστρατευσάμενος ο απόμαχος, απόστρατος, βετεράνος …   Dictionary of Greek

  • στρατός — Σύνολο στρατιωτικών δυνάμεων, οργανωμένο και διατηρούμενο από ένα κράτος για τη διεξαγωγή του χερσαίου πόλεμου. Στο μακρινό παρελθόν οι σ. ήταν συχνά προσωρινοί και διαλύονταν όταν τελείωνε ο πόλεμος, ενώ σήμερα είναι μόνιμοι, υπάρχουν δηλαδή και …   Dictionary of Greek

  • Αμπάτι, Ιωσήφ — (Abatti, 1780 – 1850). Φιλέλληνας από την Κορσική. Ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και πήρε μέρος σε πολλές μάχες ως αξιωματικός του μηχανικού. Υπό την εποπτεία του έγιναν οχυρωματικά έργα σε πολλές περιοχές. Το 1822 πήρε τον βαθμό του λοχαγού… …   Dictionary of Greek

  • Βάρφης — Επώνυμο αγωνιστών του 1821, από τη Χειμάρα της Βόρειας Ηπείρου. 1. Ζάχος. Στρατολόγησε, με δικά του χρήματα, άντρες από την πατρίδα του και πολέμησε ως καπετάνιος σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα, στην Πελοπόννησο και στο Μεσολόγγι. Τραυματίστηκε στη …   Dictionary of Greek

  • Δρακάς — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αντώνιος. Καταγόταν από το Καρπενήσι. Σκοτώθηκε στο Μεσολόγγι. 2. Εμμανουήλ. Καταγόταν από τη Ναύπακτο. Αιχμαλωτίστηκε στην Κορινθία και απαγχονίστηκε στην Κωνσταντινούπολη. 3. Νικόλαος. Καταγόταν από τη Λαμία.… …   Dictionary of Greek

  • Ινδονησία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδονησίας Έκταση: 1.919.440 τ. χλμ. Πληθυσμός: 228.437.870 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Τζακάρτα (8.389.443 κάτ. το 2001)Νησιωτικό κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Έχει χερσαία σύνορα (σε διαφορετικά νησιά) με τη… …   Dictionary of Greek

  • Λέρμοντοφ, Μιχαήλ Γιούργιεβιτς — (Mikhail Yuryevich Lermontov, Μόσχα 1814 – Πιατιγκόρσκ, Καύκασος 1841). Ρώσος ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Ο πατέρας του ήταν απόστρατος λοχαγός. H μητέρα του, μια πλούσια κληρονόμος, πέθανε όταν ο Λ. ήταν τριών χρόνων, με… …   Dictionary of Greek

  • Λιδωρίκης, Μιλτιάδης — (Αθήνα 1871 – 1951). Θεατρικός συγγραφέας. Αρχικά ασχολήθηκε με την πολιτική, διατελώντας διευθυντής της Βουλής και βουλευτής Δωρίδας (1906 10). Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές και διευθυντής της Εταιρείας του Ελληνικού Θεάτρου, οι παραστάσεις της… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»